Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΡΑΓΜΑ ΠΟΥ ΕΙΔΕ



Καθόμουν στο συνηθισμένο φανάρι. Αγνάντευα να πέσει κανά τάλαρο από τους οδηγούς των αυτοκινήτων και η ώρα ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Ήταν Οκτώβρης και το κρύο ακόμα δεν είχε φανεί, έτσι μπορούσα και εγώ να κινούμαι με σχετική άνεση, δίχως να χρειάζεται να χολοσκάω για το πώς θα την περάσω τη νύχτα. Όπου έβρισκα κοιμόμουν και όποτε η κοιλιά γουργούριζε πήγαινα στο φανάρι και όλο και κάτι μάζευα.

Κοιτούσα τα σπίτια θυμάμαι και αναλογιζόμουν αυτό που αναλογιζόμουν πολύ συχνά: «Πόσο τυχεροί θα έπρεπε να είναι οι άνθρωποι που ζούσαν μέσα τους». Βέβαια, με τα χρόνια είχα αναπτύξει μια τεχνική που εμπόδιζε την απογοήτευση να περάσει το κατώφλι μου. Εγώ εξάλλου ήμουν ελεύθερος. Έκανα ό,τι μου κάπνιζε. Είχα μάθει να ζω έτσι και ενώ κάποιες μέρες ήταν κάπως σκληρές μαζί μου, κάποιες άλλες ερχόντουσαν και με αποζημίωναν.
Οι περισσότερες όμως ήταν ένα μάτσο σκατά αλλά μη δίνετε σημασία.

Οι νύχτες μου έμοιαζαν με μια βουτιά σε βόθρο. Έως τότε, έως εκείνη εκεί τη νύχτα του Οκτώβρη που έτυχε να είμαι εκεί και να το δω.

Καθώς ήταν περασμένα μεσάνυχτα, στο δρόμο δεν είχε και μεγάλη κίνηση και για κακή μου τύχη δεν μπορούσα να σταυρώσω ούτε το μικρότερο κέρμα. Είχε όμως ησυχία. Απολαυστική ακόμα και για μένα. Την ησυχία αυτή ήρθε να ταράξει μια φασαρία περίεργη που ακουγόταν από την πολυκατοικία που ήταν στον κάθετο δρόμο από το φανάρι που στεκόμουν. Άνθρωποι μιλούσαν φωνάζοντας ο ένας στον άλλο. Και αυτό κράτησε αρκετή ώρα γιατί κάθισα ώρα στο φανάρι και η φασαρία εξακολουθούσε στην ίδια ένταση.
Καθότι το φανάρι δεν είχε κίνηση και εγώ δε μπορούσα να σταυρώσω ούτε σέντ, πήγα και στάθηκα έξω από την πολυκατοικία και κοιτούσα. Έτσι. Δίχως να έχω κάτι το ιδιαίτερο στο μυαλό μου. Απλά να περάσει άλλη μια νύχτα. Τότε λοιπόν είδα να κατεβαίνει κόσμος, με πυτζάμες και σώβρακα τυλιγμένος και να συζητάνε έντονα λέγοντας για αυτή τη φασαρία η οποία προφανώς τους είχε ξυπνήσει με τον πιο άγαρμπο τρόπο. Αφού είχαν μαζευτεί όλοι στην πυλωτή –ΘΕΕ ΜΟΥ ΈΜΟΙΑΖΑΝ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ ΠΟΥ ΚΑΛΑ ΕΚΑΝΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΧΩ ΚΑΙ ΕΓΩ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ. Έτσι σκέφτηκα ο δόλιος εκείνη τη στιγμή. Τα μάτια τους ήταν θολωμένα και τα στόματα τους σφιγμένα. Και όλοι τους είχαν αποφασίσει να βρούν εκείνον εκεί που έκανε όλη αυτή τη φασαρία μαύρα μεσάνυχτα Οκτώβρη.

Μόνο ένας έλειπε από τη συγκέντρωση. Και οι συζητήσεις όλες, μαζί με τους ενοίκους οδήγησαν έξω από την πόρτα του. Τους έβλεπα να μπουκάρουν στο κλιμακοστάσιο με τις φλέβες τεντωμένες στο λαιμό τους και ήξερα πως αυτή η εξέλιξη καλό τέλος δε θα είχε. Περίμενα και περίμενα.

Είδα την αστυνομία να μπαίνει στην πολυκατοικία.

Μετά είδα ένα νυσταγμένο κλειδαρά με την επωνυμία της εταιρίας του να είναι τυπωμένη πάνω στην τσάντα με τα εργαλεία.

Στο τέλος είδα ένα ασθενοφόρο να σκεπάζει με τα μπλε του φώτα την πόλη. Να φρενάρει απότομα και τους νοσοκόμους μαζί με το φορείο να βγαίνουν έξω από την συρόμενη του πόρτα για να μπουν στην πυλωτή.

Φαντάστηκα πως μόλις ο κλειδαράς, κατόπιν εντάλματος της αστυνομίας, ανοίξει την πόρτα τότε όλοι οι ένοικοι του κτιρίου που είχαν ξυπνήσει όπως όπως, θα χυμούσαν πάνω στον συγκάτοικο τους, και θα τον έφτιαχναν αγνώριστο.

Δεν έγινε όμως έτσι.

Η πραγματικότητα ήταν λίγο διαφορετική και αυτό το άκουσα από τους αστυνομικούς που μετά από ώρα βγήκαν από την πολυκατοικία και είχαν σκάσει στα γέλια, έτσι όπως ακολουθούσαν το φορείο με τον πεθαμένο πάνω του.

Ήταν παράξενη σκηνή ακόμα και για έναν άνθρωπο που έχει μάθει να τρώει λιχουδιές από τους κάδους σκουπιδιών και τις κρύες νύχτες να βουτάει μέσα στους κάδους ανακύκλωσης για να ζεσταθεί από το χαρτόνι.

«Μα που πήγε και το πέτυχε ο άτιμος!» έλεγε ο μπάτσος που προχωρούσε μπροστά και γυρνώντας στον άλλο πίσω του θα πρόσθετε:
«Μα από όλο αυτόν τον πισινό η φωνή στο τηλεκοντρόλ βρήκε να πατηθεί!»

Και δώστου γέλια και χαρές, ενώ οι τραυματιοφορείς γυρνούσαν και τους κοιτούσαν περίεργα.
Ο κλειδαράς όμως σοβαρός. Ρωτούσε όλη την ώρα από ποιόν θα πληρωθεί. Και οι ένοικοι δεν γνώριζαν γιατί η διάρρηξη είχε γίνει κατόπιν εισαγγελικής παρέμβασης και κανείς δεν ήταν ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος που είχε ανοίξει την πόρτα.

Ο ιδιοκτήτης βρισκόταν ξαπλωμένος στο φορείο και ίσως φαντάζονταν τη συνέχεια από την εκπομπή που έβλεπε όταν έπαθε καρδιακή προσβολή καθώς πήγαινε να καθίσει στον καναπέ του, ενώ είχε πάει στην κουζίνα να φέρει ένα σακουλάκι με πατατάκια και μια μπύρα.
Άντε τώρα να έβρισκε άκρη με τον πεθαμένο. 80 ευρώ ακριβώς και ξύπνησε μέσα στα άγρια μεσάνυχτα!

Και βγαίνοντας από την πολυκατοικία με το βαλιτσάκι του στο χέρι που πάνω του έγραφε τη φίρμα της εταιρίας που δούλευε, ο κλειδαράς σκέφτηκε το εξής, σχεδόν σα να το ψιθύρισε καθώς εγώ στεκόμουν έξω από τη μάντρα και κοιτούσα:

«Μα τόσος πισινός, πάνω στο κουμπί της φωνής του τηλεκοντρόλ βρήκε να τον ντανιάσει!»
Και κοιτάζοντας το φορείο να χάνεται μέσα στο όχημα του ΕΚΑΒ, τους νοσοκόμους να ξεφυσάνε γιατί ο μακαρίτης τα είχε τα κιλά του, τους αστυνομικούς να έχουν αγκαλιαστεί και να έχουν ξεκαρδιστεί, τους ενοίκους να χώνουν τις πυτζάμες τους μέσα στο ασανσέρ και τον κλειδαρά να χτυπάει κουδούνια για να ρωτήσει ποιος είναι ο εισαγγελέας και ποιος ο διαχειριστής, εγώ απομακρύνθηκα και πήγα να ξαπλώσω στην εσοχή του ισόγειου που υπήρχε παραδίπλα.

Καθώς τηλεόραση δεν είχα, πιο ήσυχα κάποτε θα έφευγα.

Αυτό μου έδινε μια ανάσα αισιοδοξίας έτσι ώστε να γλυκάνω τον ύπνο που σκόπευα να πάρω.

Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2017

ΤΙ ΟΜΟΡΦΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ ΝΑ ΤΟ ΛΕΣ ΜΕ ΝΟΤΕΣ!

Κοίταζα μια κενή σελίδα εδώ και ώρα. Είχα βάλει μουσική να παίζει και ένα ποτό να τρίζει τα παγάκια μέσα του. Οι συνθήκες ήταν οι κατάλληλες, είχε έρθει και η νύχτα και ήταν ήρεμη, ήταν φίνα, ήταν εκεί και έστεκε μέσα στο ημίφως.
Είχα διάθεση να χορέψω, να φωνάξω στίχους έξω από το παράθυρο, να αρχίζω να χορεύω κλακέτες. Ω θεέ υπάρχουν κάτι τέτοιες όμορφες νύχτες ώρες ώρες που πολύ σε ευχαριστώ που με λαμβάνεις υπόψη στον λογαριασμό! Ήταν τόσα που έπρεπε να προκάμω. Λίγος έρωτας, λίγη ποίηση, λίγο ανεμπόδιστη θέα στον παράδεισο.

Η λευκή σελίδα όμως έστεκε κάτασπρη μπροστά μου. Εγώ άδειαζα και γέμιζα το ποτήρι μου ενώ η σελίδα στεκόταν εκεί ντούρα και αψεγάδιαστη. Η νύχτα πάλι κλώτσαγε χαλαρές πάσες με τα άστρα. Και όλα ήταν όμορφα, η σελίδα όμως άσπρη.

Την πήρα στο χέρι μου και σηκώθηκα. Η μουσική μας παρακολουθούσε. Γιατί κάτι έπρεπε να γραφτεί; Όλα ήταν γραμμένα εξάλλου και ό,τι ήταν να ειπωθεί έχει ήδη ειπωθεί. Δε θα μπορούσα να προσθέσω κάτι, έστω και τόσο δα μικρό. Ο Σέλιν τα έγραφε μια χαρά, ο Μπουκόφσκι, ο Χάμσουν, ο Καμύ, ο Έσσε και ο Βόνεγκατ το ίδιο. Γιατί να πασπαλίσει και κάποιος άλλος λευκές σελίδες με μελάνι;

Δεν ήξερα. Δε θα έμπαινε κανένας στον κόπο να το πει ακόμα να ήξερε. Στρίμωξα τη σελίδα στην παλάμη μου και την έριξα έξω από το παράθυρο. Την έβλεπα να πέφτει κάτω στο δρόμο.
Τώρα δε χρειαζόταν να γράψω κάτι. Οι σελίδες είχαν τελειώσει.
Κάποιος τη μάζεψε από κάτω και άνοιξε να δει τi γράφει.

Αλήθεια! Τι πλάκα έπαθε σα τίποτε δεν ήταν γραμμένο μέσα της. Πόσο παράξενος ο συντάκτης της θα ήταν.

Μια γυναίκα ίσως ξαναγύρναγε πίσω. Μια μούσα όμως αν ήταν να χαθεί, χανόταν για τα καλά. Καθώς στεκόμουν πίσω από το ανοικτό παράθυρο, κοιτάζοντας στο δρόμο το ήξερα πως όλα ήταν μέσα στο μυαλό μου. Και ήταν αρκετά. Ίσως όχι περισσότερα από οποιουδήποτε άλλου που καθόταν μέσα στη νύχτα ξάγρυπνος. Ποίος όμως νοιάζεται για τέτοια;

Οι λέξεις δεν έλεγαν να βγουν προς τα έξω και να πέσουν πάνω σε λευκή σελίδα. Ήθελαν τον τρόπο τους.    

Κοίταξα τον τύπο, κάτω στο δρόμο να κοιτάζει την άδεια σελίδα και μετά να σηκώνει το κεφάλι του, στο παράθυρο που έστεκα εγώ. Έμοιαζε σα να διάβασε μόλις μια ιστορία ανείπωτη που είχα να του πω. Και τον άγγιξε φαινόταν. Έτσι μου έμοιαζε καθώς στεκόμουν εκεί δα. Και η νύχτα ήταν τόσο όμορφη που τέντωσα το παράθυρο να χάσκει ορθάνοιχτο και κάθισα ξανά στο γραφείο ενώ μια μουσική με πιάνο, και βιόλα έπαιζε.


Τι όμορφα που ήταν να ξέρεις να το λες με νότες!

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Η ΦΑΡΜΑ ΤΩΝ ΜΗΧΑΝΩΝ

Μετά την μηχανή του εσπρέσο που τα έφτυσε, αφήνοντας μια κενή θέση στον πάγκο της κουζίνας και στην καρδιά μου, το ψυγείο αρχίζει και κάνει διάφορους παράξενους θορύβους μέσα στο σκοτάδι της καληνύχτας μου. Πότε "μπζζζζ" και άλλοτε "κρουτς-κρουτς". Ίσως να ζήλεψε την τρυφερότητα με την οποία νοσήλευσα την εσπρεσιέρα (μπορεί και οι μηχανές να έχουν αισθήματα. Αν κανείς σκεφτεί πως ο θεός έφτιαξε τον άνθρωπο με αισθήματα, τότε γιατί όχι; Μπορεί και ο άνθρωπος τελικά να έχει φτιάξει μηχανές με αισθήματα).
Κάποιο "μπζζζ" με ξύπνησε μέσα στην ήρεμη κατά τα άλλα νύχτα και κίνησα για το ψυγείο. Στάθηκα μπροστά του και του χάιδεψα την πάνω πόρτα. Έγειρα πάνω του και του μιλούσα, του έλεγα λόγια τρυφερά, λόγια αγάπης. Του έλεγα πως δε θέλω και αυτό να με αφήσει, του έλεγα πως λατρεύω τα παγάκια που μου φτιάχνει και μου αρέσει η ιδέα να καλύπτει άλλον ένα κενό χώρο στην κουζίνα. Προσπάθησα να του εξηγήσω πως είναι πολύ μεγάλο για τα μέτρα μου για να αρχίσω να το φέρνω βόλτες στους μαστόρους και πως με την ιδιαίτερη του ιδιοσυγκρασία έπρεπε να δει τα πράγματα πιο ψύχραιμα όπως συνήθως έκανε.
Η νύχτα περπατούσε πάνω στο λεπτοδείκτη του ρολογιού του φούρνου. Μια μπαλαρίνα σκέτη. Πρόσεξα την ψηφιακή της ένδειξη να αναβοσβήνει στο κατράν και είπα: "Μη με παρατάτε όλες σας τώρα. Αν έχετε αισθήματα θα πρέπει να τα συμπεριλάβετε στις αποφάσεις σας, αν πάλι όχι τότε πως γίνεται να με αφήνετε σιγά σιγά όλες μαζί; Αν πάλι πρόκειται για κάποιου είδους εξέγερση τότε θα πρέπει να γνωρίζετε πως εγώ ποτέ δε σας εκμεταλεύτηκα. Σας καθάριζα, σας τάιζα ρεύμα, σας άλλαζα τακτικά τις τσιμούχες, μπορεί να σας είχα αγοράσει σας σκλάβες στο παζάρι αλλά μετά σας φερόμουν σαν πριγκίπισσες λαχταριστές και ζουμερές".
Ξαφνικά το ρολόι πάνω στον φούρνο έκανε δύο κωλοτούμπες στους αριθμούς του και τίναξε τα ποδαράκια του στο ταβάνι, εξαφανίζοντας κάθε του ύπαρξη. Εγώ εξακολουθούσα να χαϊδεύω την πάνω πόρτα του ψυγείου μου έως ότου αισθάνθηκα μια υγρασία στις πατούσες μου που κατά πάσα πιθανότητα προέρχονταν από την κάτω του πόρτα. Είτε έτρεφε ιδιαίτερα αισθήματα για μένα, είτε απλά είχε και αυτό με τη σειρά του τινάξει τα πέταλα.
Απομακρύνθηκα διακριτικά, και σε αυτή μου τη διαδρομή προς το κρεβάτι, προσπάθησα να μη συναντηθώ με κάποια άλλη συσκευή που έχει δημιουργηθεί από ανθρώπου χέρι.
Ήμουν σίγουρος πως τελικά και οι μηχανές είχαν αισθήματα και λογική. Εκεί που εγώ νόμιζα πως απλά μπαίνοντας στην πρίζα εκείνες λειτουργούν, μια νέα πραγματικότητα ανοίγονταν μπροστά μου, τραβώντας τα κουρτινάκια της στο πλάι.
Αν ο άνθρωπος απογοητεύονταν από τη λειτουργία των δημιουργημάτων του, τότε γιατί όχι και ο θεός από τους ανθρώπους;
Μεγάλα ερωτήματα. Αναπάντητα σα τις περισσότερες κρίσιμες ερωτήσεις. Ειδικά αν αυτές ξεκινάνε από τα παγάκια που πλέον δεν μπορούν να γίνουν. Το συνηθισμένο πρόβλημα του να φτιάχνεις κάτι για ένα συγκεκριμένο λόγο και ξαφνικά εκείνο να αποκτά τη δική του υπόσταση.
Αν ο θεός με έφτιαξε για να παράγω παγάκια, να φτιάχνω καφέ ή να βράζω νερό τότε θα αρκούσε να μου το κάνει σαφές εξαρχης. Δεν θα τον παρεξηγούσα, όπως οι μηχανές εμένα.
Γλιστρώντας μέσα στα στρωσίδια μου, χάρηκα που το κρεβάτι μου δεν είχε κάτι το ηλεκτρονικό πάνω του.
Όταν με πήρε ξανά ο ύπνος μια τάβλα θα έσπαζε. Ίσως γιατί και τα κρεβάτια, ανθρώπου χέρι τα είχε φτιάξει. Εγώ όμως κοιμόμουν βαθιά για να μπορώ να το αντιληφθώ.
Και καθότι το ξυπνητήρι μου θα χαλούσε με τη σειρά του, δεν σκόπευα να ξυπνήσω σύντομα.

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΑΤΗΡΙΟΥ Ή ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΝΑ ΕΧΕΙΣ ΓΕΝΝΗΘΕΙ ΣΤΗ ΚΑΛΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

Είσαι 40 και κάτι ψιλά. Μεγάλωσες ακούγοντας Rock και ανεξάρτητη σκηνή. Γεννήθηκες τότε που η χούντα πέθανε, και όταν έπαιζες έξω, μπορούσες να δεις κόσμο να περιφέρεται με τις σημαίες της αλλαγής. Όσο μεγάλωνες οι επιλογές σου αμβλύνονταν, μπήκε το χρώμα στην τηλεόραση και ξεπήδησαν πολλά κανάλια, μπορούσες πλέον να αγοράσεις αμερικάνικα τζινς δίχως να χρειαστεί να ταξιδέψεις. Ήταν η εποχή που οι νοικοκυρές ήταν ακόμα χαρούμενες στις διαφημίσεις. Γεννήθηκες τη σωστή στιγμή λοιπόν. Σαν όλα να είχαν προρρυθμιστεί υπέρ σου. Σαν ο αγώνας που έκαναν οι τσολιάδες και οι εξεγερθέντες του Πολυτεχνείου να έγινε για να μπορείς εσύ να έχεις όνειρα που θα πραγματοποιηθούν.
Και κάπου εκεί, στο ενδιάμεσο όσο εσύ μεγάλωνες, βγήκαν και άλλα ωραία πράγματα. Έπαιζες πάκμαν με τις ώρες, έζησες την γέννηση του διαδικτύου, είχες γονείς που ήθελαν να σπουδάσεις αντί να τρέχεις να τσαπίζεις στα χωράφια, είχες ελεύθερο χρόνο και μπορούσες να παίζεις και χρήματα για να βγαίνεις με τους φίλους σου. Και άλλα πολλά που όσο εσύ γέμιζες από αισιοδοξία, εκείνα έπαιρναν τις δικές τους πορείες και δεν συναντηθήκατε πουθενά τελικά. Γεννήθηκες ελεύθερος και έτοιμος να δημιουργήσεις το μέλλον σου δίχως φραγμούς.
Και τελικά, τώρα που είσαι 40 και κάτι ψιλά, θυμάσαι όλες εκείνες τις στιγμές τις νιότης και σου μοιάζει σαν όνειρο το παρελθόν. Για το μέλλον έχεις πάψει να σκέφτεσαι. Ίσως μεγάλωσες, ίσως βάρυνες, ίσως το πιο ονειρικό κομμάτι να μοιάζει μόνο το παρελθόν σου, ενώ το μέλλον απλά χάσκει αβέβαιο.
Διάλεξες λάθος; Κανείς δεν ξέρει. Κανένας δεν μπορεί να πει με σιγουριά. Ξέμαθες να ονειρεύεσαι, όπως οι παλιότεροι μπορούσαν; Ίσως. Κανείς δεν ξέρει. Κανένας δεν μπορεί να πει με σιγουριά. Αποφάσισες να λουφάρεις περισσότερο από αυτό που σου αναλογούσε; Διάλεξες να γίνεις golden boy/girl; Επέλεξες να ζήσεις αντί να παλέψεις γι'αυτό; Κανένας δεν ξέρει με σιγουριά.
Το βλέπω διαφορετικά κάπως. Σα να ξυπνάς έχοντας μόλις δει ένα όνειρο ή έναν εφιάλτη.
Όταν έχεις δει όνειρο, μετά σε καταθλίβει η πραγματικότητα. Όταν έχεις δει τον εφιάλτη το πρώτο που ψάχνεις είναι να κρατηθείς από κάτι που σου λέει πως αυτό δεν είναι αλήθεια, και όταν κοιτάζεις ιδρωμένος το ταβάνι του δωματίου σου καταλαβαίνεις το που βρίσκεσαι και πως ό,τι έχεις δει είναι ψέμα. Κάπου εκεί εισβάλει η πραγματικότητα ως βάλσαμο στις λυσσαλέες σκηνές του εφιάλτη που είδες. Όταν ξεπηδάς από τις φλόγες παίρνεις τις καλύτερες σου ανάσες.
Γεννήθηκες την εποχή εκείνη που μπορούσες να ονειρευτείς το καλύτερο μέλλον. Γεννήθηκες σε μια εποχή και σε μια περιοχή που δεν υπήρχαν πόλεμοι και ο προοδευτισμός δρασκέλιζε την ιστορία για να μπορέσει να ξεπεράσει τον αέναο της κύκλο. Και συ; Τι έκανες εσύ; Δεν αμύνθηκες απέναντι σε κανένα εχθρό. Το μόνο που είχες να πράξεις ήταν να δημιουργήσεις το όνειρο σου. Και κάπου χάθηκες στην πορεία, κάπου άραξες ή κάπου άραξαν άλλοι. Οι μεγάλοι εχθροί συσπειρώνουν τους αμυνόμενους ενώ όταν οι αμυνόμενοι βρεθούν σε καιρό ειρήνης αισθάνονται κάπως άβολα να συνεργαστούν.
Δεν ξέρω τι έφταιξε και πήγαν στράφι τόσες καλές συγκυρίες. Αν ήμουν οπαδός θα τα έριχνα στον διαιτητή αλλά τώρα παίζαμε δίχως αυτόν. Ελεύθεροι και ωραίοι. Εμείς με τα όνειρα τα οποία ποτέ δε καταφέραμε ούτε καν να ονειρευτούμε.
Είναι κάτι τέτοιες στιγμές που αισθάνομαι πως η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ως κύκλος αλλά φορτίζεται και αποφορτίζεται ως ελατήριο. Απλά για να μας ξεκουνά, να μας πάει παραπέρα γιατί μόνοι δεν μπορούμε. Και όσοι έχουν γεννηθεί σε περιόδους που το ελατήριο της ιστορίας μαζεύει τις σπείρες του μπορούν να χαμογελάσουν με την εκτίναξη του, ενώ από την άλλη όσοι γεννήθηκαν πάνω σε αυτή, αισθάνονται να μετεωρίζονται δίχως κανένα όραμα μπροστά.
Περιμένοντας απλά το ελατήριο να ξαναμαζευτεί στην αρχική θέση της εκτίναξης του.

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

ΤΟ ΕΞΥΠΝΟ ΚΑΡΟΤΟ

Μπήκε στο σπίτι και ξεντύθηκε. Έκανε ένα γρήγορο ντους και πήγε στην κουζίνα να ετοιμάσει κάτι να φάει. Έβαλε το τελευταίο LP του Cohen να παίζει και έβαλε ένα ποτήρι κονιάκ το οποίο κατέβασε πιο γρήγορα από ότι η βαρύτητα θα μπορούσε να καταφέρει μόνη της. Μετά έκοψε καρότα, κρεμμύδια, σκόρδα, πατάτες. Δεν ήξερε τι θα έφτιαχνε, δεν είχε συγκεκριμένη συνταγή κατά νου, αλλά κάτι θα σκαρφιζόταν. Μετά έκοψε στα τέσσερα μια πράσινη πιπεριά, δύο κόκκινες και μια πορτοκαλί η οποία έστεκε μισομαραζομένη στο βάθος του ψυγείου του. Κοίταξε τον φούρνο, βρισκόταν δύο μέτρα μακριά του. Του ανοιγόκλεισε την πόρτα τέσσερις φορες ενώ σε κάθε άνοιγμα του το ταψί έβγαινε και έμπαινε μέσα. Του έβγαζε γλώσσα ο άτιμος. Μετά άνοιξε το καπάκι από τον ντενεκέ με τα σπυριά του καφέ. Τα έβλεπε να σηκώνονται και να βγαίνουν το ένα μετά το άλλο μέσα από εκεί και να πετάνε το ένα πίσω από το άλλο. Πήγαιναν στο σαλόνι, στο διάδρομο, πετούσαν και στροβιλίζονταν πάνω από το κεφάλι του σα σμήνος από μέλισσες.
Κάθισε στην καρέκλα που βρισκόταν στο τραπεζάκι της κουζίνας και σέρβιρε άλλο ένα κονιάκ τον εαυτό του. Αυτή τη φορά το καπάκι ξεβιδώθηκε μόνο του και δύο γουλιές γλίστρησαν από το μπουκάλι κατευθείαν στο στόμα του.
Παρατηρούσε τα τεμαχισμένα καρότα να επανασυνδέονται, τα κρεμμύδια να τυλίγουν τους φλοιούς τους, τον ένα μέσα στον άλλο. Τα κομματάκια από τις πράσινες πιπεριές να ενώνονται με κομμάτια από τα άλλα δύο χρώματα.
Έξω είχε πάρει να βρέχει, το τζάμι του δάκρυζε και σε κάθε σταγόνα που έπεφτε πάνω του σχηματίζονταν και ένα ζευγάρι μάτια. Που τον κοιτούσαν. Ένα συρτάρι άνοιξε, το τηγάνι βγήκε έξω και το καπάκι από το μπουκάλι του λαδιού τινάχτηκε σα πώμα σαμπάνιας. Ένα μικρό κύμα από ελαιόλαδο κολύμπησε λίγο πάνω από την επιφάνεια του πάγκου της κουζίνας και έπεσε μέσα στο τηγάνι. Το ένα μάτι της κουζίνας άνοιξε και κοίταξε τα δακρυσμένα μάτια στο τζάμι του παραθύρου. Όταν το λάδι άρχισε να σφυρίζει σαν οχιά τότε τα καρότα σηκώθηκαν στον αέρα, ολόκληρα έτσι όπως είχαν ενωθεί πριν, και έπεσαν από απόσταση μέσα στο τηγάνι, σπάζοντας ξανά στα μικρά εκείνα κομμάτια που τα είχε κόψει. Τα ακολούθησαν τα κρεμμύδια και οι πιπεριές. Η μουσική έπαιζε στο βάθος. Η μπάσα φωνή, τύλιγε τους κόκκους του καφέ που ταξίδευαν ξανά προς την κουζίνα, μπαίνοντας μέσα στον μικρό μύλο. Η μουσική χάθηκε γιατί ο μύλος που έκανε τόσο σαματά δεν άφηνε άλλο ήχο να ακουστεί. Ακόμα και το έτος 3.000 μ.χ δεν ήταν εύκολο να αλέσεις τον καφέ σου σιγανά. Μπορεί όλα τα πράγματα να είχαν γίνει περισσότερο έξυπνα, ακόμα και εκείνα τα πανηλίθια καρότα, αλλά ό,τι αφορούσε τις μηχανές άλεσης του καφέ τα πράγματα δεν είχαν βελτιωθεί και πολύ.
Πίνοντας λίγο ακόμα κονιάκ, παρακολουθούσε μπροστά του να μαγειρεύεται το γεύμα του ολομόναχο. Τα πάντα πλέον είχαν από ένα τσιπάκι πάνω τους το οποίο εμπεριείχε όλο τον προγραμματισμό, το τι έπρεπε το κάθε τι να επιτελέσει. Ακόμα και τα κρεμμύδια είχαν από ένα τέτοιο. Με το που τα άρπαζες εκείνα ήξεραν τι να κάνουν. Ξεκινούσαν να γδύνονται και να τεμαχίζονται ολομόναχα, να πέφτουν μέσα σε έξυπνα τηγάνια με ένα οξυδερκές ελαιόλαδο χαμηλό σε οξέα.
Όταν το πιάτο με το αχνιστό φαγητό προσγειώθηκε σαν ιπτάμενος δίσκος μιας άλλοτε ρομαντικής εποχής μπροστά του, εκείνος δεν είχε όρεξη να φάει. Δεν είχε πλάκα πλέον. Δε μπορούσε να κάνει τίποτα πλέον. Δεν του άρεσε που όλα τα πράγματα γύρω του ήταν εξυπνότερα από εκείνον, γνωρίζοντας με κάθε ακρίβεια ποιός ήταν ο σκοπός της δικής τους ζωής.
Ακούμπησε ανόρεχτα το πιρούνι μέσα στο πιάτο και το παράτησε εκεί ως σύμβολο διαγραφής της όρεξης του. Μετά από ακριβώς δώδεκα λεπτά ένα φλιτζάνι φρεσκοκομμένου και φρεσκοπαρασκευασμένου εσπρέσσο βόλεψε τη λαβή του ανάμεσα από τα δάκτυλα του.
Και ο Leonard ακόμα έπαιζε, η βροχή είχε σταματήσει και εκείνα τα μάτια πάνω στο τζάμι τον κοίταζαν ακόμα. Δεν ήθελε να τα κοιτάξει. Ήξερε πως με ένα του μόνο βλέμμα θα άνοιγαν στην ανάκληση, ενώ με ένα πιο έντονο βλέμμα θα άνοιγαν διάπλατα.

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

ΝΕΑΡΕ, ΕΝΑ ΤΣΙΓΑΡΟ

Το παντελόνι συνεχώς μου έπεφτε, προχωρούσα στην Υμηττού στην Καισαριανή, κάπνιζα, κουβαλούσα ένα φορητό υπολογιστή σε τσάντα ώμου και μιλούσα στο κινητό.  Ήταν σίγουρο πως ο μέσος άνθρωπος δεν μπορεί να καταφέρει κάτι ανάλογο με την πρώτη προσπάθεια αλλά προσωπικά τα τελευταία χρόνια είχα υιοθετήσει ένα τέτοιο στυλ που πλέον μπορούσα να καυχηθώ πως έπαιζα στα δάκτυλα του ενός χεριού (αν και ελεύθερο χέρι δεν υπάρχει).

Ήταν από εκείνες τις μέρες που ξεχνούσα να σκεφτώ τα σημαντικά και αναλογιζόμουν όλες εκείνες τις λεπτομέρειες, τις εκκρεμότητες, τις προθεσμίες, τις αναπάντητες κλήσεις. 

«Καλημέρα, λέγομαι Τάδεδείνας και με είχατε πάρει τηλέφωνο…» έλεγα κρατώντας το κινητό με τον ώμο μου ενώ τα χέρια μου προσπαθούσαν να κρατήσουν το παντελόνι που είχε κατρακυλήσει με αποτέλεσμα τα μπατζάκια να έχουν χωθεί κάτω από τις σόλες των παπουτσιών μου.

«Παρακαλώ περιμένετε λίγο.  Σας συνδέω αμέσως» μου είπε η κυρία στην άλλη άκρη της γραμμής και εγώ βρήκα την ευκαιρία να βγάλω το πακέτο με τα τσιγάρα από την τσέπη του μπουφάν μου, να ξετρυπώσω ένα, και να το ανάψω λίγο πρίν κατηφορίσει η τσάντα από τον ώμο μου στον αγκώνα.  Γαμημένος πολιτισμός!  Έπρεπε να κουβαλάμε τόσα πράγματα.  Ξεφύσηξα και περίμενα.  Η άλλη άκρη της γραμμής ήταν τεθλασμένη και έψαχνε τρόπο να ισιώσει.  Τράβηξα άλλη μια τζούρα και περίμενα έχοντας πλέον τοποθετήσει το παντελόνι και την τσάντα με τον φορητό υπολογιστή στη σωστή του θέση.  Έχωσα το ένα μου χέρι στην τσέπη του μπουφάν και με το άλλο έπιασα το κινητό. 

Κάποιος φάνηκε στην άλλη άκρη.

«Καλησπέρα κύριε Τάδεδείνα, σας ενημερώνω πως η κλήση καταγράφεται και διατηρείται στο αρχείο της εταιρίας για ένα χρόνο. Για λόγους διατήρησης του τραπεζικού απορρήτου θα μπορούσατε να μου πείτε τα τρία πρώτα ψηφία του ΑΦΜ;»

Άφησα πέντε δευτερόλεπτα να περάσουν και μετά έχωσα το κινητό, χωρίς να το κλείσω, στην άλλη τσέπη του μπουφάν.  Έπρεπε να έχω ένα χέρι ελεύθερο για να μπορώ να καπνίζω βρε διάολε!  Η τσέπη μου φώναζε: «Παρακαλώ, παρακαλώ, με ακούτε;».  Μάλλον είχα πατήσει κατά λάθος την ανοικτή ακρόαση. Όπως και να είχε πάντως ήταν ευχάριστο να σου μιλάει η τσέπη σου, έτσι όπως περπατάς πηγαίνοντας προς την δουλειά.  Οι τσέπες είναι συνήθως βαρετές, εκτός των στιγμών που αποφασίζουν να μιλήσουν.  Οι τσέπες δεν είναι δημιουργικές παρά μόνο κουβαλάνε αν και αυτό μόνο στις καλύτερες των περιπτώσεων.  Στον δρόμο δεν κυκλοφορούσε κόσμος, κανένα παιδί που ξέμεινε πίσω μόνο από το σχόλασμα και από εκεί και πέρα τίποτα. Έτσι δεν είχα κίνδυνο να γίνω ρεζίλι.

Τη στιγμή που πέταξα την γόπα από το τσιγάρο μου άκουσα μια φωνή δίπλα μου.
«Νεαρέ ένα τσιγάρο».

Η φωνή δεν ήταν ακριβώς φωνή.  Εννοώ δεν είχε την συνηθισμένη δόση μπάσων και πρίμων από τα οποία οι ανθρώπινες φωνές είναι φτιαγμένες. Η φωνή ήταν τραχιά. Σαν να κυλούσαν τα γράμματα πάνω σε κατσάβραχα και το κάθε ένα από αυτά να μαζί με τον εαυτό του να έβγαζε και μια μικρό κλάμα πόνου από το κοπάνημα πάνω στα κατσάβραχα.  Να μη σας τα πολυλογώ η φωνή αυτή ερχόταν από μια γριά γυναίκα.  Αρκετά γυναίκα για να μπορείς να πεις με σιγουριά πως ήταν γριά, αλλά αρκετά παραπάνω γριά από το να μπορείς να την τοποθετήσεις στο μεδούλι του μέσου όρου των ηλικιωμένων.  Αυτή η γυναίκα ακουγόταν σα να είχε φτάσει ήδη στο τέρμα αλλά το εισιτήριο της έγραφε: «ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΩΝ ΔΙΑΔΡΟΜΩΝ».    Είχε ξεχάσει απλά να πεθάνει.  Τώρα πλέον πιστεύω πως πρέπει να είχε ιδιαίτερους λόγους για αυτό, αν και ακόμα παραμένουν άγνωστοι στο ευρύ κοινό. 

Γύρισα για να κοιτάξω στο πλάι και προς τα πίσω αλλά δεν είδα κανέναν.  Η φωνή ακούστηκε ξανά το ίδιο κουτρουβαλιστή πάνω στα βράχια. Αυτή τη φορά μπορούσα να καταλάβω πως ερχόταν από ένα μπαλκόνι. Τόσο μικροσκοπικό που χωρούσε μόνο τη γριά.

«Νεαρέ, ένα τσιγάρο. Ένα τσιγάροοοοο. Ένα τσιγάρο. Νεαρέεεε. ΜΗ ΦΕΥΓΕΙΣ. Ένα τσιγάρο. Ένα τσιγάρο. Ένα τσιγάρο. Ένα τσιγάρο. Ένα τσιγάρο. Ένα τσιγάρο. Ένα τσιγάρο….» και συνέχιζε κάπως έτσι. Απομακρυνόμουν. Ολοένα έφευγα. Ξεμάκραινα. Την έκανα. Γλιστρούσα μακριά. Η άλλη γραμμή του κινητού είχε πάψει να ακούγεται μέσα στην τσέπη και η τσέπη μου ήταν πλέον σιωπηλή. Σήκωσα το παντελόνι μου, έπεσε η τσάντα με τον φορητό υπολογιστή από τον ώμο στον αγκώνα και την σήκωσα.  Κάπως έτσι πέρασε η ώρα, χάθηκε η φωνή, φάνηκε η γωνία. Έστριψα.

Έχουν περάσει πέντε μήνες από τότε. Προτιμώ πάντα αυτό το δρόμο για να πάω στη δουλειά μου, ακόμα και αν έχω παρκάρει κάπου τελείως αντίθετα. Έχουν πεθάνει τρεις άνθρωποι, τον ένα τον γνώριζα, οι δύο ήταν μεγάλης ηλικίας. Μέσα σε αυτούς τους πέντε μήνες έμαθα πως δεν είναι έγκλημα να δώσεις ένα τσιγάρο σε μια γριά που έχει ξεχάσει να πεθάνει. Έγκλημα είναι να μη το δώσεις και εγώ τότε δεν το είχα δώσει και κάπως έτσι προτιμώ να περπατάω σε αυτόν εδώ το δρόμο, έχοντας πάντα στην τσέπη μου ένα πακέτο με τσιγάρα. Σήμερα έκατσα απέναντι από το μπαλκόνι της για μισή περίπου ώρα. Την περίμενα. Άναβα το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, μήπως και ο καμένος καπνός την κάνει να φανεί σαν μια άλλη Ιουλιέτα στο μπαλκόνι. Τζίφος. Και μάλιστα τόσο τζίφος που τώρα πλέον σκέφτομαι πως εκείνη η γριά πρέπει να πέθανε ακριβώς μετά τις φωνές πίσω από την πλάτη μου.  Πρέπει να είχε καταλάβει πως πεθαίνει και το μόνο που ήθελε ήταν να καπνίσει ένα τσιγάρο. Μαλακίες. Είμαι αισθηματίας, βλέπω οπτασίες, ίσως τα χάνω λιγουλάκι αλλά με ένα σταθερό ρυθμό. Προσπαθούσα απλά να τη σώσω. Ξανά μαλακίες. Προσπαθούσα να γλιτώσω άλλη μια τράκα και ας πήγαιναν τόσα χρόνια που είχα ξεμπερδέψει με τον στρατό όπου ένα γεμάτο πακέτο μετατρεπόταν σε άδειο σε χρόνο κομμένο ροδέλες του χιλιοστού του δευτερολέπτου.
Φεύγοντας από το μπαλκόνι της χτύπησε το κινητό μου. Το σήκωσα.
«Καλησπέρα σας. Ο κύριος Τάδεδείνα;»


Και ξανά από την αρχή. 

Η ιστορία επαναλαμβανόταν χωρίς απαραίτητα να μας δίνει τις ίδιες ευκαιρίες για να επανορθώσουμε.

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

ΦΩΝΗ ΑΠΟ ΦΩΝΗΕΝΤΑ

Το κατάλληλο γράμμα για να ξεκινήσει κανείς μια ιστορία είναι το γράμμα Ο. Ειδικά το κεφαλαίο. Ένας μεγάλος, στρογγυλός, τροφαντός κύκλος. Μια ενωμένη στριφογυριστή ευθεία. Ένα κενό κέντρο ή ένα περίγραμμα με ουσία. Το Ο είναι μια πορεία που δεν ξέρει κανείς από πού ξεκίνησε και πως τελείωσε. Ένας κύκλος δίχως ενώσεις, κολλήσεις και μερεμέτια. Ένας τέλειος κύκλος είναι ένα όμορφο γεωμετρικό σχήμα και στολίδι κατάλληλο για να ντύσει κάθε λέξη. Ίσως αυτή η τελειότητα του κύκλου να είναι ο λόγος εκείνος που έκανε τόσες πολλές γλώσσες του κόσμου να υιοθετήσουν το γράμμα Ο στο αλφάβητο τους. Παρότι δεν σκαμπάζω και πολλά από παγκόσμια γλωσσολογία έχω μια καταραμένη διαίσθηση πως τη στιγμή που οι χτιστάδες του πύργου της Βαβέλ περίμεναν τις πρώτες τους προμήθειες κυβόλιθων για να ξεκινήσουν το μεροκάματο τους, ακριβώς την ίδια στιγμή, το γράμμα Ο έριξε ένα πήδο και έφυγε μακριά, τόσο μακριά ώστε να μη χάσει την υπόσταση του. Να μη μπερδευτεί με συνομοταξίες, αντιθέσεις και πολέμους. Το γράμμα Ο έφυγε τόσο μακριά από εκείνο το γιαπί που έμεινε για πάντα λατρεμένο και το πιθανότερο είναι πως η γλώσσα το έχει ως το αγαπημένο της παιδί. Ίσως γιατί ήθελε να ανήκει παντού, ίσως γιατί δεν είχε την ανάγκη να ανήκει κάπου μόνο.
Η ιστορία λοιπόν ξεκινά με έναν τέτοιο τέλειο κύκλο. Με ένα γράμμα που βγήκε αρχικά ως επιφώνημα και μετά γκέλαρε τα ψαχνά του ξεκινώντας να στριφογυρνά. Ο Ιάσονας εκείνο το μεσημέρι ξεκίνησε την πορεία του με εκείνο το Ο, το κεφαλαίο, το μόνο γράμμα που δε ζητά βοήθεια ακόμα και όταν φωνάζει τον ίδιο του τον εαυτό με όλη του τη δύναμη. Τα φωνήεντα πάντοτε ήταν καλά με τον φόβο. Δεν υπήρχε κανείς σε όλη τη Γη που σε στιγμή φόβου η πανικού να πρόφερε κάποιο σύμφωνο. Όταν ξυπνούσε τα βράδια από κάποιον εφιάλτη ο Ιάσωνας και τόσοι Ιάσονες φώναζαν α ή ο. Εξαρτιόταν από τα γούστα και πάντοτε τα φωνήεντα ήταν η μόνη λύση για να ξορκίσουν το κακό, να φοβίσουν το δαιμόνιο με την ένταση τους.
Αυτά από ηχητικής άποψης μόνο. Αν φέρει κανείς ως εικόνα μπροστά του όλα τα γράμματα της ελληνικής αλφαβήτου θα βρει και ένα νέο λόγο για να συμπαθήσει παραπάνω το γράμμα ο. Το μικρό αυτή τη φορά. Σας παραθέτω λοιπόν τα γράμματα εκείνα που είναι κλειστά, σφραγισμένα, σα να κρύβουν και εκείνα με τον δικό τους τρόπο κάποιο τρομερό μυστικό όπως το ο. Γράμματα όπως το α, το β, το δ και το φ είναι μερικά καλά παραδείγματα. Όλα αυτά τα γράμματα είναι συμπαγή. Λειτουργούν ως οχυρό που δεν αφήνει τον εχθρό να μπει μέσα τους, να τα κατακτήσει. Όλα αυτά τα γράμματα θέλουν τόσο να μοιάσουν στο ο, χωρίς όμως να το καταφέρνουν σε απόλυτο βαθμό. Δε το καταφέρνουν γιατί όλα τους βγάζουν μια μικρή γραμμούλα σε κάποιο τους σημείο που εγώ όπως το βλέπω είναι σα να απλώνουν χέρι για να ζητήσουν βοήθεια, ή στην καλύτερη των περιπτώσεων, σα να κάνουν οτοστόπ στην εθνική οδό με έναν τεντωμένο αντίχειρα, φορώντας μίνι αποκαλυπτική φουστίτσα.
Τα γράμματα είναι όπως οι άνθρωποι. Όλοι τους βγαίνουν σε δύο εκδόσεις. Σε μικρή και μεγάλη. Στις καλές τους στιγμές και στις κακές τους. Σε στιγμές ανθρώπινες και σε στιγμές μεγαλείων και υπερβάσεων. Τα γράμματα γίνονται κεφαλαία όταν στριμώχνονται μπροστά από τελείες, θέλοντας έτσι να ξεκινήσουν τη δική τους πρόταση. Τα γράμματα στην καθημερινότητα τους μένουν μικρά. Η καθημερινότητα είναι το μεγάλο ποσοστό του χρόνου που χρειάζεται για να περιγράψουν τον εαυτό τους και να πουν την δική τους εκδοχή περί αυτού. Κεφαλαία τα γράμματα γίνονται μόνο σε εξαιρετικές στιγμές και αν μου επιτρέπετε την γενίκευση: και ο άνθρωπος γίνεται μεγαλύτερος σε μερικές μόνο εξαιρετικές στιγμές της πορείας του. Ως εδώ λοιπόν όλα καλά. Αν το προχωρήσουμε όμως παραπέρα το γράμμα Ο είναι εκείνο που μένει ακριβώς το ίδιο, πεζό ή κεφαλαίο. Αν ρωτήσω τώρα εσάς πόσους ανθρώπους γνωρίσατε ή γνωρίζετε στη δική σας ζωή που να μένουν ακριβώς οι ίδιοι τόσο στις πεζές τους στιγμές όσο και σε εκείνες που το μεγαλείο τους αφρίζει ξεχειλώνοντας τα όρια της φαντασίας ενός μεγαλείου, τότε τι θα μπορούσατε να μου απαντήσετε;
Αν κάποιος μου πει πως το γράμμα Θ μένει το ίδιο. Πεζό ή κεφαλαίο. Τότε αυτό που μου απομένει να κάνω είναι να ξεταπώσω μια παγωμένη μπύρα και να κοιτάξω στα μάτια εκείνη τη γάτα που πλαγιάζει στο χαλάκι της βεράντας μου δίχως να την έχω προσκαλέσει και δίχως ποτέ να έχουμε αναπτύξει μιας τέτοιας μορφής οικειότητα που να της επιτρέπει να αφήνει τόνους από το λευκό της τρίχωμα πάνω στο όμορφα μαύρο μου πατάκι. Το γράμμα Θ λοιπόν είναι ένα σκέτο ψέμα. Συμφωνώ πως μένει το ίδιο, ή σχεδόν το ίδιο, στις μεγάλες του και τις μικρές του στιγμές αλλά παρόλα αυτά το Θ έχει εκείνη την παύλα στη μέση του που εμένα μου μοιάζει σα διπολική διαταραχή. Σα Τζέκιλ και Χαίντ, Σα Γιν και Γιάνκ τσακωμένα για τα καλά.  Το γράμμα Θ κρύβει το ένα κομμάτι του εαυτό του από το άλλο. Το Θ φοβάται τις αλλαγές και για αυτό και όταν σηκώνεται από την καρέκλα μένει τόσο ίδιο. Δε είναι η μετριοφροσύνη του αλλά η διχασμένη του προσωπικότητα που το κάνει να φέρεται έτσι. Νομίζω πως αν επρόκειτο κάποιος να μου τσουρουφλίσει τις πατούσες με ένα τσιγάρο, ενώ κρατάει πένσα για να μου βγάλει ταυτόχρονα τα νύχια, και να μου λέει, διαβεβαιώνοντας με πως τίποτε από αυτά δε θα συμβεί αν απλά και μόνο ουρλιάξω ΘθθθθθθθθΘΘ, τότε στα σίγουρα εγώ θα φώναζα ΟοοοοοΟ.

Με το Ο ένοιωθα πάντοτε περισσότερο άνετα.  Το ίδιο με τα φωνήεντα που πάντοτε βγάζουν με τη μια όλη την ένταση από μέσα τους. 

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

ΤΑ ΣΚΑΓΙΑ ΣΤΑ ΠΙΣΙΝΑ ΣΟΥ

Η ανθρωπότητα μοιάζει σαν αφηνιασμένο άλογο που του ρίχνουν με αεροβόλο στα πισινά.  Φτύνει αφρούς από το στόμα και τρέχει και τρέχει, δεν σταματά.  Ήμουν αρκετά μικρός για να θυμάμαι πότε ακριβώς ξεκίνησε αυτό αλλά η ιστορία από ότι έχω καταλάβει πρέπει να άρχισε πολύ πριν από τη γέννηση μου.  Ο κόσμος πάντοτε είχε μια μεγαλειώδη τάση να κάνει τα πράγματα όλο και χειρότερα.  Με λίγα λόγια μοιάζει σα να είμαστε φτιαγμένοι για να τα κάνουμε σκατά όλη την ώρα.  Εκεί που μια μαιμού πρίν από 100 χρόνια θα έτρωγε μια μπανάνα, και μια σύγχρονη μαϊμού θα έτρωγε μια άλλη μπανάνα με το ίδιο ακριβώς αγέρωχα πεινασμένο στυλ, ο άνθρωπος στο μεσοδιάστημα έχει ανακαλύψει τόσους πολλούς τρόπους, τόσες πολλές τροφές, τόσα διαφορετικά μέσα για να τη λαμβάνει που τελικά έχει χάσει αυτό το αγέρωχα πεινασμένο στυλ που όλα τα υπόλοιπα πεινασμένα ζωντανά διαθέτουν.
Και όσο για την τέχνη, αυτή και αν μοιάζει σα να βγήκε για να καλύψει τα κενά. Όσο πιο σκατά τα πάμε, τόσο πιο μεγαλειώδης η τέχνη και φυσικά - και το ξέρετε πως ισχύει πολύ καλά - και το ακριβώς αντίθετο.  Το είχε πει ο Μπουκόφσκι: Δίχως τον πόλεμο, ο Χεμινγουεϊ δεν θα ήταν παρά μια ανούσια λεπτομέρεια σε κάποια ταυρομαχία.  Όσο περισσότερο σκοτώνουμε ο ένας τον άλλο, κάθε φορά και με πιο μοντέρνους τρόπους, τόσο θα υπάρχουν άνθρωποι που αντί να βαριούνται ή να τρελαίνονται ή να συμβιβάζονται ή να αφήνουν κάθε τι φωτεινό να σβήσει από μέσα τους, θα προσπαθούν να ξεφύγουν μέσα από εκείνο το μικρό άνοιγμα που πάντα το παράλογο αφήνει εκτεθειμένο σε κάποια του πλευρά.
Και όσο για την πολιτική;  Είναι μια χαμένη ιστορία.  Αν χρειάζεσαι περισσότερο χρόνο για να αποφασίσεις τι θα ψηφίσεις από το να αποφασίσεις τι θα μαγειρέψεις, τότε πίστεψε με η πολιτική έχει φτάσει στο τέρμα της.  Έχει έρθει εκείνο το σημείο που πρέπει να αποφασίσεις το ποιός είσαι πραγματικά.  Έχεις ξεμπερδέψει με τους σωτήρες.  Εκείνους που σε ευνοούσαν δίχως εσύ να χρειαστεί να το προσπαθήσεις.  Δεν υπάρχουν λύσεις πλέον που η πολιτική σκηνή να μπορεί να δώσει.  Το πράγμα έχει δομηθεί τόσο καλά, τόσα χρόνια, που κατέληξε ως ένα άλλο ένα επάγγελμα που μπορεί κανείς να βγάλει πολλά χρήματα, μη κάνοντας τίποτα.  Είναι η εποχή που μοιάζει πιθανότερο κάποια απάντηση να βγει μέσα από καφενείο που συσσωρεύονται άνεργοι παρά από κοινοβούλιο.  Είναι η στιγμή της εξέγερσης αν με καταλαβαίνετε.  Εκτός αν είσαστε από εκείνους που πιστεύουν πάρα πολύ σε κάτι που δεν έχει δείξει ακόμα δείγματα γραφής.  Αν πιστεύετε στη μετά θάνατο ζωή για παράδειγμα, τότε μπορείτε κάλλιστα να περιμένετε να πάτε στον παράδεισο που η θρησκεία σας πρεσβεύει.  Να περιμένετε εκεί μικρότερες ουρές στα ταμεία ανεργείας, καλύτερο πρόγραμμα στην τηλεόραση, και έναν καναπέ που θα μπορείτε να την αράζετε μακάρια δίχως να χρειάζεται να σκέφτεστε τις τοκοχρεωλητικές δόσεις που υπολείπονται για την εξόφληση της αγοράς του.  Ένα τέτοιον παράδεισο τον σκέφτομαι και εγώ.  Ίσως με λίγο δωρεάν WiFi.  Ίσως και κερασμένα τα ποτά πρίν πάμε για ύπνο.
Αλλά ξέρετε κάτι;  Νιώθω πως έχουμε λίγο χρόνο ακόμα για να μπορέσουμε να το ψάξουμε και από εδώ που τώρα είμαστε.  Γιατί να αφήνουμε τον χρόνο έτσι;  Να περνά, να χάνεται, να μας γεμίζει ρυτίδες και καμιά πιτσιρίκα να μη μας κοιτά;  Γιατί να τρέχουμε και μεις σαν αφηνιασμένα άλογα με εκείνους τους τύπους με τα αεροβόλα να στοχεύουν τα πισινά μας;  Γιατί δε σταματάμε να τρέχουμε; γιατί δε γυρνάμε πίσω να δούμε; γιατί δεν αρχίζουμε να τρέχουμε καταπάνω τους;  Γιατί δεν παίρνουμε τη λίγη αυτή ζωή στα δικά μας χέρια και να τρέξουμε ελεύθερα στα λειβάδια της;  Γιατί περιμένουμε μερικούς τρελαμένους ποιητές να μας ξεκουνίσουν;  Γιατί ακόμα ψηφίζουμε ανθρώπους που την επόμενη ημέρα θα βρίσουμε;
Γιατί ο έρωτας έχει γίνει τόσο δύσκολος που εσύ τελικά σκέφτεσαι πως με μια μαλακία ξεμπερδεύεις πιο γρήγορα;

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΚΑΤΑΠΙΑΝ ΤΙΣ ΓΛΥΣΤΡΙΔΕΣ

Αν σήμερα με ρωτούσε κάποιος τι ευχή θα έκανα, θα του έλεγα δίχως δεύτερη σκέψη το να μιλά ο κόσμος λιγότερο. Δεν ξέρω πως στο διάβολο αλλά σήμερα έπεσαν πάνω μου όλοι όσοι ήθελαν να μιλήσουν για τα πάντα. Πάω στη διαχειρίστρια που είχα χρόνια να δω και άρχισε να μου δείχνει τις σωληνώσεις του φυσικού αερίου, να μου λέει για τα σιφώνια, για τον άντρα της και τα καρδιακά του επεισόδια. Έκανα ένα βήμα προς την εξώπορτα, έτοιμος να πω ένα ευχαριστώ και αντίο και τσούπ εκείνη έμπαινε μπροστά μου και συνέχιζε την ιστορία της ή έπλαθε μια καινούργια. Σαν συγγραφέας εκτιμώ τέτοιους ανθρώπους που από το τίποτα βγάζουν μια εγκυκλοπαίδεια, για την ακρίβεια τους ζηλεύω γιατί τον τελευταίο καιρό δε μπορώ να γράψω. Σαν Φίλιππος όμως τους βαριέμαι αφάνταστα. Βαριέμαι και τον ίδιο μου τον εαυτό που γίνεται τόσο μα τόσο υπομονετικός μαζί τους. Μόλις έφυγα με έπιασαν οι τύψεις. Μια γριά μόνη και δεν έχει να πει τον πόνο της. Αν ο πόνος της είναι όλα όσα μου είπε μπορώ να καταλάβω το γιατί νιώθει τόσο μόνη. Από την άλλη οι άνθρωποι, όσο περισσότερο μιλάνε, μου μοιάζουν και περισσότερο κενοί. Αυτό το συμπέρασμα έχω βγάλει και να με συμπαθάτε αν μιλάτε και εσείς πολύ. Προτιμώ μια σιωπή, να έρθει και να μπαστακωθεί και εγώ να αρχίσω να δημιουργώ μυστήρια στο μυαλό μου και να έχω την ανάγκη να ρωτήσω πρώτος αντί να μου απαντάνε σε ερωτήσεις που δεν ρωτήθηκαν ποτέ.
Καταφέροντας να ξεφύγω από τα δίχτυα της ατέρμονης πάρλας, βγήκα στον δρόμο ξαλαφρωμένος. ΤΣΟΥΠ ήρθε μια γειτόνισσα και με ρώτησε αν ξέρω κάτι για τους νέους γείτονες που ήρθαν στην πολυκατοικία. Μου πέρασε από το μυαλό να την ρωτήσω τι εννοεί. Αν θέλει να μάθει για το επάγγελμα, την ιθαγένεια, τα πολιτικά τους φρονήματα, την ομάδα αίματος, το πόσα παιδιά έχουν ή θέλουν να κάνουν, το σε ποια στάση κοιμούνται τα βράδια, αν βλέπουν γιουροβίζιον, αν ο άντρας σηκώνει το καπάκι της τουαλέτας όταν κατουράει, αν η γυναίκα φοράει ψηλοτάκουνα, αν ακούνε δυνατά μουσική, τι μουσική ακούνε, αν ακούνε μουσική και αν δεν ακούνε, γιατί. Τέτοια ήθελα να την ρωτήσω αλλά μπουχτισμένος όπως ήμουν από την ακατάληπτη πάρλα της πρώτης κυρίας αποφάσισα να μην το διακινδυνέψω. Περπάτησα γρήγορα και της είπα πως βιάζομαι και από όσο ξέρω οι γείτονες είναι απλά ένα ζευγάρι. Είδα με την άκρη της κόρης του ματιού μου την απογοήτευση της να κρέμεται ολόκληρη έξω από το ανοικτό παράθυρο του αμαξιού της που έχασκε σχεδόν παρκαρισμένο στη μέση του δρόμου. Ήταν μια από τα ίδια και αυτή. Ένας άνθρωπος έτοιμος να ξεκινήσει από το μηδέν μια ολόκληρη κουβέντα για ώρες.
Την είχα σκαπουλάρει για δεύτερη φορά.
Μόλις έφτασα στην δουλειά μου πετάχτηκε ένας γείτονας έξω και άρχισε να μου μιλάει για τα παιδιά του. Τον άφησαν να φτιάξει μόνος του ορισμένες ζημιές στο σπίτι. Δε του έφεραν μελομακάρονα αυτή τη χρονιά και ήταν η πρώτη. Η νύφη του τον στραβοκοίταξε προχθές και εχθές τον είχε πιάσει δυσκοιλιότητα και δεν είχε  κέφι να κρεμάσει τα λαμπάκια των γιορτών στο μπαλκόνι του τα οποία έτσι και αλλιώς ήταν καμένα τα μισά από πέρσι και έπρεπε να πάει στον υπάλληλο του καταστήματος να του τα ψάλλει γιατί κάηκαν στην εγγύηση και μιας και μιλάγαμε (;) για εγγύηση πως εγγυάται το μέλλον των παιδιών μας; Με ρώτησε για τον Τσίπρα και άλλα δαιμόνια. Σκέφτηκα να του φωνάξω δυνατά "ΕΛΕΟΣ" αλλά είμαι σίγουρος πως δεν θα με καταλάβαινε. Έφυγα και από εκεί τρέχοντας σχεδόν και ζητώντας συγγνώμη γιατί δεν μπορούσα να σταθώ επειδή βιαζόμουν.
Πήγα και κάθισα κάτω από ένα πεύκο. Πουλάκια κελαηδούσαν που και που. Μια γλυκιά ησυχία υπήρχε εκεί. Ήταν οι μοναδικοί ήχοι που άντεξα να ακούσω σήμερα. Ίσως γιατί τα πουλιά ό,τι έχουν να πουν το λένε με τραγούδι. Δε σε πιάνουν από τον γιακά και αρχίζουν τα λογίδρια τους. Τα πουλιά έχουν τσίπα, έχουν μπέσα, έχουν προσωπικότητα.
Πέφτοντας μια κουτσουλιά πάνω μου γύρισα και κοίταξα ψηλά.
"Τουλάχιστον εσύ τα σκατά που θέλεις να βγάλεις από μέσα σου, τα βγάζεις με τον πρέπον τρόπο" σκέφτηκα και είπα να μη του μιλήσω γιατί τα λόγια τελικά είναι τόσο μα τόσο λίγα.

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

ΧΟΝΤΡΑ ΨΕΜΜΑΤΑ


Τον άκουγα να μιλάει και να μιλάει, να λέει ψέματα, το ένα πίσω από το άλλο ή και με την ανάποδη σειρά. Μιλούσε τόσο πολύ, με τόσο πάθος που οι ακροατές δεν έβρισκαν κάποιο κενό στον χρόνο για να μπουκάρουν μέσα και να αξιολογήσουν τα λεχθέντα. Εκείνος είχε γίνει μεγάλος τεχνίτης σε αυτή την τέχνη. Στην τέχνη της αποπλάνησης, παραπλάνησης, διαστρέβλωσης ίσιων πραγμάτων και ξεχειλίσματος μισογεμάτων ποτηριών. Μπορούσε να φέρει ένα πλανήτη πέντε σβούρες ή ακόμα και να του αλλάξει τροχιά.
Περίμενα πίσω από την πόρτα, ακούγοντας για εκείνο τον φανταστικό εαυτό μου μέσα από το ξεδοντιάρικο του στόμα. Τον σκεφτόμουν έτσι όπως τον είχα αφήσει. Κοντό τόσο σα κάθε του ψέμα να τον έκανε ολοένα και μικρότερο, χοντρό σα κάθε του κουβέντα να του ξεχείλωνε την κυριαρχική του κοιλιά. Υπήρχαν λίγοι άνθρωποι που είχαν καταφέρει κάτι αντίστοιχο και τα βιβλία περιέγραφαν τους σκληρούς θανάτους που είχαν βρει. Εκείνο που δεν περιέγραφαν τα βιβλία ήταν η μίζερη, στενή και άχρωμη ζωή τους.
Περιμένοντας λοιπόν πίσω από την πόρτα, ακούγοντας τα ψέματα στη σειρά και ένα βουβό πλήθος που ήθελε από κάπου να πιαστεί για να φρενάρει την πτώση της νοημοσύνης του, δεν άντεξα και μπήκα μέσα.
Τους έφερα μια γύρα στο βλέμμα μου και έκανα δύο βήματα ακριβώς για να μπορώ να σταθώ στο κέντρο τους. Είχε καταφέρει να στρέψει τους πάντες εναντίον μου και μάλλον είχα λίγες ελπίδες να επιζήσω τώρα πια. Δεν είχε νόημα να φέρω τα λοξά στην ευθεία τους, δεν είχε καμιά ελπίδα να προσπαθήσω να αποδείξω. Περίμενα μόνο για την πρώτη κίνηση και όταν αυτή έγινε, σβάρνισα το πάτωμα και βρέθηκα πίσω από τη ραχοκοκαλιά του. Τον έπιασα από την κοιλιά και τον έσφιξα. Άρχισε να ξερνάει, μέσα από εκείνο το τεράστιο στομάχι πετάχτηκαν κάθε λογής πράγματα. Τα περισσότερα ενδιαφέροντα, έπεφταν πάνω στο τραπέζι, στο πάτωμα, στις καρέκλες στις μπλούζες, στα κεφάλια. Άλλα τινάζονταν και κολλούσαν στο ταβάνι σα φρέσκος πλακούντας. Είδα τον κόσμο να εναλλάσσει τις θέσεις του, να ψάχνει, να βουτάει μέσα στους εμετούς του και να ξαφνιάζεται. Άλλοι έβρισκαν χαμένα πράγματα που τους είχε κλέψει κάποτε, άλλοι έβρισκαν κρυμμένες λύσεις στα προβλήματα τους, άλλοι - βλέποντας τους υπόλοιπους να κερδίζουν λάφυρα - βουτούσαν μέσα και έφερναν απλωτές μέσα στα γαστρικά του υγρά.
Τον έσφιγγα ολοένα και περισσότερο, μέχρι να αδειάσει τελείως, μέχρι να μείνει μόνος με τον εαυτό του χωρίς όλα εκείνα που είχε παραχώσει όλα αυτά τα χρόνια μέσα στην τσιτωμένη του κοιλιά. Αν κάποιος από εσάς δοκίμαζε κάτι αντίστοιχο σε κάποιον πολιτικό θα ήταν θαυμαστός ο τρόπος με τον οποίο θα είχαν λυθεί ένα τσούρμο προβλημάτων.
Στο τέλος έμεινε σκέτος, ένα απολυφάδι σωστό. Μόνο δέρμα σχεδόν και κάτι κόκαλα να τον συγκρατούν στην ανθρώπινη στάση. Χαλάρωσα τη λαβή μου και έγειρα πίσω. Κατάφερε να σταθεί μόνο για μερικά δευτερόλεπτα όρθιος. Σα να προσπαθούσε να χαρεί για λίγο ακόμα την ανθρώπινη του όψη. Παρατηρούσα τον κόσμο εκεί μέσα να παραχώνει πράγματα και αλήθειες μέσα στις τσέπες, κάτω από παλτά και ανάμεσα από τις χούφτες του. Ξαφνικά όλοι έμοιαζαν απολύτως ικανοποιημένοι, παρότι πριν από λίγο εκείνος εκεί ο τύπος έμοιαζε σαν ο απόλυτος σωτήρας. Λίγοι γνώριζαν την εξίσωση. Όσο μεγαλύτερο το ψέμα τόσο ταχύτερη η απομάκρυνση όλων των στοιχείων που πίστεψαν σε αυτό. Η αλήθεια απεναντίας είχε αργούς χρόνους, μάζευε λίγους οπαδούς, σε όλα τα μήκη και πλάτη του χορο-χρόνου η αλήθεια έκανε μικρές πωλήσεις αλλά με ένθερμους και πιστούς φίλους. Κάτι που δεν κατάφερε το ψέμα ποτέ και πουθενά.
Εκείνος άρχιζε να λυγίζει και δεν πήρε πολύ ώρα έως ότου τα χέρια του ακουμπήσουν στο έδαφος. Ξάπλωσε μπρούμυτα και άρχισε να λικνίζεται σα χτυπημένη σαρανταποδαρούσα. Η ταχύτητα του οξύνθηκε και ξεκίνησε να έρπει μέσα στο χώρο. Σε κάθε του λίκνισμα γινόταν και μικρότερος. Η μετάλλαξη του είχε μια απίστευτη ταχύτητα και η περιέργεια μου για να δω που το πήγαινε και τούτη τη φορά με έκανε να τον ακολουθήσω σε όλη του την πορεία. Έμοιαζε σα να έψαχνε απεγνωσμένα για μια έξοδο. Τον πήρα από πίσω στο διάδρομο, στο δωμάτιο στα αριστερά και στη συνέχεια μέσα στην τουαλέτα. Πριν καταφέρω να τον δω καθαρά η άκρη του ματιού μου πέτυχε τα μικροσκοπικά του ποδαράκια να χώνονται μέσα στο σιφόνι του δαπέδου. Έσκυψα και τον είδα να έχει γίνει μια μικρή μπαλίτσα εκεί μέσα, μέσα από το σιδερένιο σχαράκι του σιφονιού.
Σκέφτηκα να τραβήξω το σχαράκι και να τον ισιώσω με τα δάκτυλα μου αλλά ήταν πολύ λίγο για ένα τόσο τρανό τύπο σα του λόγου του. Άνοιξα μόνο τη βρύση του νιπτήρα και τον παρατήρησα να κολυμπάει για λίγο πριν χαθεί για τα καλά μέσα στην τετράποντης διατομής πλαστική σωλήνα της αποχέτευσης.
Αυτή τη φορά είχε πάρει το σωστό δρόμο. Τα βρόχινα, καθαρά νερά έβγαιναν στα κράσπεδα μέσω των υδρορροών και τα βρώμικα νερά πήγαιναν στην αποχέτευση.
Αυτή ήταν η πρώτη φορά που εκείνος ο τύπος είχε βρει τον σωστό δρόμο, αν και τώρα πλέον τείνω να πιστέψω πως τα σκατά τα ίδια δεν θα συμφωνούσαν με αυτό.
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget