Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

ΨΑΧΝΩ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΜΜΟΥΔΙΑ



Ήταν μια τυπική ημέρα για εμένα. Περπατούσα απομεσήμερο μέσα στην έρημο όπως κάθε ημέρα έκανα για να πάω από τον ένα λόφο στον άλλο, φροντίζοντας να αρμέγω νερό από κακτοειδείς σχηματισμούς που φύτρωναν μέσα στην άμμο, συντηρώντας έτσι κάπως την ύπαρξη μου.
Στο ενδιάμεσο, από τον ένα λόφο στον άλλο, έκανα ευχές για ένα καλύτερο μέλλον. Και αν εσείς δεν πιστεύετε στα θαύματα, εγώ τότε πίστευα και μάλιστα πολύ.
Κάπως έτσι, κάποιο μεσημέρι, βρήκα ένα περίεργο σχηματισμό στο έδαφος που αρχικά θεώρησα πως έπρεπε να στύψω για να βγάλει λίγο νερό για να πιώ. Μόλις ξεκίνησα να τον ζουμπάω εκείνος εκεί ο παράξενος σχηματισμός στο έδαφος φώναξε:
"Ει, δεν ξέρω τι μου κάνεις τώρα, δεν έχω μάτια για να δω αλλά πολύ μου αρέσει, συνέχισε λίγο πιο γρήγορα σε παρακαλώ"
Και τότε τρόμαξα και άφησα τον σχηματισμό από τα χέρια μου. Ίσως είχε έρθει η ώρα μου. Ίσως ο ήλιος είχε κάνει τη δουλειά του και μου είχε καψαλίσει κάθε εγκεφαλικό μου κύτταρο.
"Εντάξει, καταλαβαίνω πως προχωράω πολύ γρήγορα" μου είπε. Και συνέχισε:
"Για τη χαρά που μου πρόσφερε το άγγιγμα σου θα σε αφήσω να κάνεις μια ευχή"
Και για να είμαι σωστός εγώ σκέφτηκα πολλά για αρχή. Κοτόπουλα στη σούβλα, πηγές με δροσερά νερά και μέλια να τρέχουν ποτάμια μέσα στο στόμα μου. Μετά όμως ήρθε ο λογικός μου εαυτός και με σταμάτησε από το να εξωτερικεύσω κάποια τέτοια ευχή.
"Αυτή είναι η ευκαιρία της ζωής σου δικέ μου, μη τη σπαταλίσεις για ένα ποτήρι νερό. Αν κάτι ήθελες να γίνεις κάποτε, τώρα είναι η ευκαιρία σου. Όλα ή τίποτα" και μετά το σκασμένο που είχα για εαυτό, εξαφανίστηκε σαν αχνός στην παγωνιά.
Μετρήθηκα για λίγο μέσα μου και αφού ο παράξενος σχηματισμός στο έδαφος κρεμάστηκε αρκετά από τα χείλι μου, του είπα.
"Θέλω πια να μην αναμετριέμαι με τον χρόνο. Θέλω το χρόνο σύμμαχο μου, μέσα του να μπορώ να περιφέρομαι δίχως φόβο. Θέλω να μη φοβάμαι να πεθάνω. Θέλω να μη θέλω. Θέλω απλά να περιφέρομαι ευτυχισμένος, δίχως κανένα σκοπό"
...
Τώρα που σας μιλάω είμαι ένας κόκκος άμμου. Έτσι με έφτιαξε μετά από λίγο εκείνος ο παράξενος σχηματισμός. Και για να μη νομίζετε πως αυτό ήταν κατάρα, θα πρέπει να σας ενημερώσω πως είμαι τώρα ευτυχής. Είμαι ένας κόκκος άμμου μέσα σε μια κλεψύδρα. Μετρώ τον χρόνο αλλά για μένα χρόνος δεν υπάρχει. Και δεν το θέλω. Είμαι ευτυχής ως κόκκος και γλιστράω πάντα προς τα κάτω, αφήνοντας τους άλλους να κάνουν τη σκληρή δουλειά: Να σηκώνουν αυτή την κλεψύδρα από ανάγκη να μετρήσουν χρονικά το κάθε τι. Εγώ μόνο γλιστράω δίχως καμιά απολύτως προσπάθεια. Αν έχετε την παραμικρή απορία για το μέγεθος της ευτυχίας μου τότε δεν έχετε παρά να γίνετε και εσείς κόκκοι άμμου μέσα στην κλεψύδρα μου. Έτσι θα μπορώ να σας τα εξηγήσω όλα από την αρχή.

Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017

Ο ΕΠΟΜΕΝΟΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ!


Στάθηκε μπροστά του. Είχε έρθει η ώρα. Είχε τινάξει τα πέταλα και τώρα ο κύριος μπροστά του λογάριαζε το που πρέπει να πάει ο καθένας που υπήρχε στην ουρά.
"Καλημέρα κύριε!" είπε χαρούμενα ο ταξιθέτης του σύμπαντος.
"Καλημέρα" αντιγύρισε τυπικά εκείνος και αναρωτήθηκε για την ευχή, καθότι δε φαινόταν ούτε μέρα μα ούτε νύχτα.
"Λοιπόν, ας ξεκινήσουμε από τα βασικά" και πρόσθεσε με ύφος χαρωπό σα να βρισκόταν σε κάποια ευχάριστη περίσταση.
"Πιστεύετε πως ήσασταν ένας καλός άνθρωπος;" 
"Σε γενικές γραμμές πιστεύω πως ναι, αλλά πάλι... εσείς είστε ο ειδικός" απάντησε γυμνός μπροστά του τουρτουρίζοντας παρότι νεκρός.
"Τις δέκα εντολές τις γνωρίζατε;"
"Θα έλεγα πως τις ακολουθούσα ως κοινή λογική, αρκετά πριν μάθω γι'αυτές"
"Πολύ ωραία. Πάρα πολύ ωραία. Νομίζω πως θα τα πάτε μια χαρά. Μόνο μια τελευταία ερώτηση"
"Πείτε μου" του αποκρίθηκε εκείνος.
"Πεθάνατε αυτοκτονώντας ή μήπως από άλλο αίτιο;"
"Από όσο θυμάμαι πρέπει να πέθανα από κάποια μοντέρνα ασθένεια που ακόμα δεν έχει βρει το φάρμακο της"
"Καλό είναι αυτό" του είπε ο ταξιθέτης.
"Βρίσκεται; Εγώ κάπως αλλιώς το θυμάμαι"
"Εννοώ πως καλό είναι που δε θέλατε να αυτοκτονήσετε"
"Μα δεν είπα κάτι τέτοιο"
Και γουρλώνοντας τα μάτια και ισιάζοντας το χαμόγελο ο ταξιθέτης του σύμπαντος τον ρώτησε:
"Δηλαδή είχατε κάποτε σκεφτεί να αυτοκτονήσετε;"
"Μμμμ, θα έλεγα πως σε γενικές γραμμές μου είχε περάσει από το μυαλό"
"Αυτό λοιπόν δεν είναι καλό. Αυτό αλλάζει κάπως τα πράγματα"
"Όμως δεν αυτοκτόνησα", είπε ο κύριος, προσθέτοντας. "Έμεινα εκεί και το πάλεψα"
"Ναι...φυσικά και μπράβο σας γι'αυτό. Αλλά κάποτε σκεφτήκατε να αυτοκτονήσετε γεγονός που δείχνει πως σε κάποια στιγμή χάσατε την πίστη σας. Έχω άδικο;"
"Ναι. Θα συμφωνήσω, την είχα χάσει αλλά την ξαναβρήκα. Είχα απλά μια κακή στιγμή, τόσο σημαντικό είναι αυτό;"
"Μόνο οι καλύτερο μπορούν να μπουν εδώ. Προσπαθούμε να πάρουμε την αφρόκρεμα"
"Και η αφρόκρεμα αποτελείται από ανθρώπους που ποτέ τους δεν σκέφτηκαν να θέσουν τέρμα στη ζωή τους;"
"Ακριβώς. Ούτε για μια τόση δά στιγμή" είπε ο ταξιθέτης.
"Και αν κάποιος δε σκέφτηκε ποτέ να αυτοκτονήσει γιατί απλά πάντα μπορούσε να γαμάει τις ζωές των άλλων που αυτοκτονούσαν;" του αποκρίθηκε.
"Σύμφωνα με το εγχειρίδιο που έχουμε κάτι τέτοιο δεν αποτελεί παράπτωμα"
"Μα πως γίνεται αυτό. Κάποιος που ζει σε βάρος των άλλων δε μπορεί... κάποια από τις δέκα εντολές θα έχει παραβιάσει!" αποκρίθηκε κάπως έντονα ο κύριος στην ουρά.
Ο κόσμος πίσω του θα έπρεπε να αρχίσει να δυσανασχετεί από την καθυστέρηση που υπήρχε στην εξέλιξη των πραγμάτων. Όμως κανένας δε δυσανασχετούσε, παρά περίμενε, ακούγοντας προσεκτικά κάθε τι που λεγόταν.
"Αυτό είναι σωστό που λέτε. Αλλά όπως γνωρίζετε κάποιος μπορεί να σας φέρει σε δύσκολη θέση δίχως απαραίτητα να πάει με τη γυναίκα σας, να μπει στο σπίτι σας για να κλέψει από το συρτάρι ή να σας σκοτώσει. Υπάρχουν πάρα πολλοί τρόποι για να σας φέρει σε δύσκολη θέση κανείς. Δε συμφωνείτε;"
Ο κύριος το σκέφτηκε για λίγο και πρόσθεσε:
"Αν αυτός που δε σκέφτηκε ποτέ να αυτοκτονήσει, το έκανε μόνο και μόνο από καθαρή τύχη, γιατί όλα του ήρθαν πρίμα, ή ακόμα χειρότερα γιατί είχε την ικανότητα να επιζεί πατώντας πάνω σε άλλους δίχως ο ίδιος να φαίνεται πως τους πατά; Τι γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις;"
"Ξέρετε κάνουμε αυτή τη δουλειά εδώ και πολλούς αιώνες! Και την κάνουμε καλά. Και ξέρετε για ποιόν λόγο την κάνουμε καλά; Έχουμε λίγους νόμους, λίγους και αυστηρούς. Και με βάση αυτούς τους νόμους μπορούμε να κρίνουμε. Τελεία και παύλα."
"Και τι κάνετε με όλες αυτές τις ευαίσθητες ψυχές; Με αυτούς που δεν έκαναν κακό κανένα, ούτε για τις δέκα εντολές, ούτε γενικά. Τι κάνετε για εκείνους που το πάλεψαν και έπεσαν απότομα χαμηλά. Τι τους λέτε;"
Και ο ταξιθέτης τότε είπε:
"Ο επόμενος παρακαλώ"



Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΡΑΓΜΑ ΠΟΥ ΕΙΔΕ



Καθόμουν στο συνηθισμένο φανάρι. Αγνάντευα να πέσει κανά τάλαρο από τους οδηγούς των αυτοκινήτων και η ώρα ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Ήταν Οκτώβρης και το κρύο ακόμα δεν είχε φανεί, έτσι μπορούσα και εγώ να κινούμαι με σχετική άνεση, δίχως να χρειάζεται να χολοσκάω για το πώς θα την περάσω τη νύχτα. Όπου έβρισκα κοιμόμουν και όποτε η κοιλιά γουργούριζε πήγαινα στο φανάρι και όλο και κάτι μάζευα.

Κοιτούσα τα σπίτια θυμάμαι και αναλογιζόμουν αυτό που αναλογιζόμουν πολύ συχνά: «Πόσο τυχεροί θα έπρεπε να είναι οι άνθρωποι που ζούσαν μέσα τους». Βέβαια, με τα χρόνια είχα αναπτύξει μια τεχνική που εμπόδιζε την απογοήτευση να περάσει το κατώφλι μου. Εγώ εξάλλου ήμουν ελεύθερος. Έκανα ό,τι μου κάπνιζε. Είχα μάθει να ζω έτσι και ενώ κάποιες μέρες ήταν κάπως σκληρές μαζί μου, κάποιες άλλες ερχόντουσαν και με αποζημίωναν.
Οι περισσότερες όμως ήταν ένα μάτσο σκατά αλλά μη δίνετε σημασία.

Οι νύχτες μου έμοιαζαν με μια βουτιά σε βόθρο. Έως τότε, έως εκείνη εκεί τη νύχτα του Οκτώβρη που έτυχε να είμαι εκεί και να το δω.

Καθώς ήταν περασμένα μεσάνυχτα, στο δρόμο δεν είχε και μεγάλη κίνηση και για κακή μου τύχη δεν μπορούσα να σταυρώσω ούτε το μικρότερο κέρμα. Είχε όμως ησυχία. Απολαυστική ακόμα και για μένα. Την ησυχία αυτή ήρθε να ταράξει μια φασαρία περίεργη που ακουγόταν από την πολυκατοικία που ήταν στον κάθετο δρόμο από το φανάρι που στεκόμουν. Άνθρωποι μιλούσαν φωνάζοντας ο ένας στον άλλο. Και αυτό κράτησε αρκετή ώρα γιατί κάθισα ώρα στο φανάρι και η φασαρία εξακολουθούσε στην ίδια ένταση.
Καθότι το φανάρι δεν είχε κίνηση και εγώ δε μπορούσα να σταυρώσω ούτε σέντ, πήγα και στάθηκα έξω από την πολυκατοικία και κοιτούσα. Έτσι. Δίχως να έχω κάτι το ιδιαίτερο στο μυαλό μου. Απλά να περάσει άλλη μια νύχτα. Τότε λοιπόν είδα να κατεβαίνει κόσμος, με πυτζάμες και σώβρακα τυλιγμένος και να συζητάνε έντονα λέγοντας για αυτή τη φασαρία η οποία προφανώς τους είχε ξυπνήσει με τον πιο άγαρμπο τρόπο. Αφού είχαν μαζευτεί όλοι στην πυλωτή –ΘΕΕ ΜΟΥ ΈΜΟΙΑΖΑΝ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ ΠΟΥ ΚΑΛΑ ΕΚΑΝΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΧΩ ΚΑΙ ΕΓΩ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ. Έτσι σκέφτηκα ο δόλιος εκείνη τη στιγμή. Τα μάτια τους ήταν θολωμένα και τα στόματα τους σφιγμένα. Και όλοι τους είχαν αποφασίσει να βρούν εκείνον εκεί που έκανε όλη αυτή τη φασαρία μαύρα μεσάνυχτα Οκτώβρη.

Μόνο ένας έλειπε από τη συγκέντρωση. Και οι συζητήσεις όλες, μαζί με τους ενοίκους οδήγησαν έξω από την πόρτα του. Τους έβλεπα να μπουκάρουν στο κλιμακοστάσιο με τις φλέβες τεντωμένες στο λαιμό τους και ήξερα πως αυτή η εξέλιξη καλό τέλος δε θα είχε. Περίμενα και περίμενα.

Είδα την αστυνομία να μπαίνει στην πολυκατοικία.

Μετά είδα ένα νυσταγμένο κλειδαρά με την επωνυμία της εταιρίας του να είναι τυπωμένη πάνω στην τσάντα με τα εργαλεία.

Στο τέλος είδα ένα ασθενοφόρο να σκεπάζει με τα μπλε του φώτα την πόλη. Να φρενάρει απότομα και τους νοσοκόμους μαζί με το φορείο να βγαίνουν έξω από την συρόμενη του πόρτα για να μπουν στην πυλωτή.

Φαντάστηκα πως μόλις ο κλειδαράς, κατόπιν εντάλματος της αστυνομίας, ανοίξει την πόρτα τότε όλοι οι ένοικοι του κτιρίου που είχαν ξυπνήσει όπως όπως, θα χυμούσαν πάνω στον συγκάτοικο τους, και θα τον έφτιαχναν αγνώριστο.

Δεν έγινε όμως έτσι.

Η πραγματικότητα ήταν λίγο διαφορετική και αυτό το άκουσα από τους αστυνομικούς που μετά από ώρα βγήκαν από την πολυκατοικία και είχαν σκάσει στα γέλια, έτσι όπως ακολουθούσαν το φορείο με τον πεθαμένο πάνω του.

Ήταν παράξενη σκηνή ακόμα και για έναν άνθρωπο που έχει μάθει να τρώει λιχουδιές από τους κάδους σκουπιδιών και τις κρύες νύχτες να βουτάει μέσα στους κάδους ανακύκλωσης για να ζεσταθεί από το χαρτόνι.

«Μα που πήγε και το πέτυχε ο άτιμος!» έλεγε ο μπάτσος που προχωρούσε μπροστά και γυρνώντας στον άλλο πίσω του θα πρόσθετε:
«Μα από όλο αυτόν τον πισινό η φωνή στο τηλεκοντρόλ βρήκε να πατηθεί!»

Και δώστου γέλια και χαρές, ενώ οι τραυματιοφορείς γυρνούσαν και τους κοιτούσαν περίεργα.
Ο κλειδαράς όμως σοβαρός. Ρωτούσε όλη την ώρα από ποιόν θα πληρωθεί. Και οι ένοικοι δεν γνώριζαν γιατί η διάρρηξη είχε γίνει κατόπιν εισαγγελικής παρέμβασης και κανείς δεν ήταν ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος που είχε ανοίξει την πόρτα.

Ο ιδιοκτήτης βρισκόταν ξαπλωμένος στο φορείο και ίσως φαντάζονταν τη συνέχεια από την εκπομπή που έβλεπε όταν έπαθε καρδιακή προσβολή καθώς πήγαινε να καθίσει στον καναπέ του, ενώ είχε πάει στην κουζίνα να φέρει ένα σακουλάκι με πατατάκια και μια μπύρα.
Άντε τώρα να έβρισκε άκρη με τον πεθαμένο. 80 ευρώ ακριβώς και ξύπνησε μέσα στα άγρια μεσάνυχτα!

Και βγαίνοντας από την πολυκατοικία με το βαλιτσάκι του στο χέρι που πάνω του έγραφε τη φίρμα της εταιρίας που δούλευε, ο κλειδαράς σκέφτηκε το εξής, σχεδόν σα να το ψιθύρισε καθώς εγώ στεκόμουν έξω από τη μάντρα και κοιτούσα:

«Μα τόσος πισινός, πάνω στο κουμπί της φωνής του τηλεκοντρόλ βρήκε να τον ντανιάσει!»
Και κοιτάζοντας το φορείο να χάνεται μέσα στο όχημα του ΕΚΑΒ, τους νοσοκόμους να ξεφυσάνε γιατί ο μακαρίτης τα είχε τα κιλά του, τους αστυνομικούς να έχουν αγκαλιαστεί και να έχουν ξεκαρδιστεί, τους ενοίκους να χώνουν τις πυτζάμες τους μέσα στο ασανσέρ και τον κλειδαρά να χτυπάει κουδούνια για να ρωτήσει ποιος είναι ο εισαγγελέας και ποιος ο διαχειριστής, εγώ απομακρύνθηκα και πήγα να ξαπλώσω στην εσοχή του ισόγειου που υπήρχε παραδίπλα.

Καθώς τηλεόραση δεν είχα, πιο ήσυχα κάποτε θα έφευγα.

Αυτό μου έδινε μια ανάσα αισιοδοξίας έτσι ώστε να γλυκάνω τον ύπνο που σκόπευα να πάρω.

Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2017

ΤΙ ΟΜΟΡΦΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ ΝΑ ΤΟ ΛΕΣ ΜΕ ΝΟΤΕΣ!

Κοίταζα μια κενή σελίδα εδώ και ώρα. Είχα βάλει μουσική να παίζει και ένα ποτό να τρίζει τα παγάκια μέσα του. Οι συνθήκες ήταν οι κατάλληλες, είχε έρθει και η νύχτα και ήταν ήρεμη, ήταν φίνα, ήταν εκεί και έστεκε μέσα στο ημίφως.
Είχα διάθεση να χορέψω, να φωνάξω στίχους έξω από το παράθυρο, να αρχίζω να χορεύω κλακέτες. Ω θεέ υπάρχουν κάτι τέτοιες όμορφες νύχτες ώρες ώρες που πολύ σε ευχαριστώ που με λαμβάνεις υπόψη στον λογαριασμό! Ήταν τόσα που έπρεπε να προκάμω. Λίγος έρωτας, λίγη ποίηση, λίγο ανεμπόδιστη θέα στον παράδεισο.

Η λευκή σελίδα όμως έστεκε κάτασπρη μπροστά μου. Εγώ άδειαζα και γέμιζα το ποτήρι μου ενώ η σελίδα στεκόταν εκεί ντούρα και αψεγάδιαστη. Η νύχτα πάλι κλώτσαγε χαλαρές πάσες με τα άστρα. Και όλα ήταν όμορφα, η σελίδα όμως άσπρη.

Την πήρα στο χέρι μου και σηκώθηκα. Η μουσική μας παρακολουθούσε. Γιατί κάτι έπρεπε να γραφτεί; Όλα ήταν γραμμένα εξάλλου και ό,τι ήταν να ειπωθεί έχει ήδη ειπωθεί. Δε θα μπορούσα να προσθέσω κάτι, έστω και τόσο δα μικρό. Ο Σέλιν τα έγραφε μια χαρά, ο Μπουκόφσκι, ο Χάμσουν, ο Καμύ, ο Έσσε και ο Βόνεγκατ το ίδιο. Γιατί να πασπαλίσει και κάποιος άλλος λευκές σελίδες με μελάνι;

Δεν ήξερα. Δε θα έμπαινε κανένας στον κόπο να το πει ακόμα να ήξερε. Στρίμωξα τη σελίδα στην παλάμη μου και την έριξα έξω από το παράθυρο. Την έβλεπα να πέφτει κάτω στο δρόμο.
Τώρα δε χρειαζόταν να γράψω κάτι. Οι σελίδες είχαν τελειώσει.
Κάποιος τη μάζεψε από κάτω και άνοιξε να δει τi γράφει.

Αλήθεια! Τι πλάκα έπαθε σα τίποτε δεν ήταν γραμμένο μέσα της. Πόσο παράξενος ο συντάκτης της θα ήταν.

Μια γυναίκα ίσως ξαναγύρναγε πίσω. Μια μούσα όμως αν ήταν να χαθεί, χανόταν για τα καλά. Καθώς στεκόμουν πίσω από το ανοικτό παράθυρο, κοιτάζοντας στο δρόμο το ήξερα πως όλα ήταν μέσα στο μυαλό μου. Και ήταν αρκετά. Ίσως όχι περισσότερα από οποιουδήποτε άλλου που καθόταν μέσα στη νύχτα ξάγρυπνος. Ποίος όμως νοιάζεται για τέτοια;

Οι λέξεις δεν έλεγαν να βγουν προς τα έξω και να πέσουν πάνω σε λευκή σελίδα. Ήθελαν τον τρόπο τους.    

Κοίταξα τον τύπο, κάτω στο δρόμο να κοιτάζει την άδεια σελίδα και μετά να σηκώνει το κεφάλι του, στο παράθυρο που έστεκα εγώ. Έμοιαζε σα να διάβασε μόλις μια ιστορία ανείπωτη που είχα να του πω. Και τον άγγιξε φαινόταν. Έτσι μου έμοιαζε καθώς στεκόμουν εκεί δα. Και η νύχτα ήταν τόσο όμορφη που τέντωσα το παράθυρο να χάσκει ορθάνοιχτο και κάθισα ξανά στο γραφείο ενώ μια μουσική με πιάνο, και βιόλα έπαιζε.


Τι όμορφα που ήταν να ξέρεις να το λες με νότες!

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Η ΦΑΡΜΑ ΤΩΝ ΜΗΧΑΝΩΝ

Μετά την μηχανή του εσπρέσο που τα έφτυσε, αφήνοντας μια κενή θέση στον πάγκο της κουζίνας και στην καρδιά μου, το ψυγείο αρχίζει και κάνει διάφορους παράξενους θορύβους μέσα στο σκοτάδι της καληνύχτας μου. Πότε "μπζζζζ" και άλλοτε "κρουτς-κρουτς". Ίσως να ζήλεψε την τρυφερότητα με την οποία νοσήλευσα την εσπρεσιέρα (μπορεί και οι μηχανές να έχουν αισθήματα. Αν κανείς σκεφτεί πως ο θεός έφτιαξε τον άνθρωπο με αισθήματα, τότε γιατί όχι; Μπορεί και ο άνθρωπος τελικά να έχει φτιάξει μηχανές με αισθήματα).
Κάποιο "μπζζζ" με ξύπνησε μέσα στην ήρεμη κατά τα άλλα νύχτα και κίνησα για το ψυγείο. Στάθηκα μπροστά του και του χάιδεψα την πάνω πόρτα. Έγειρα πάνω του και του μιλούσα, του έλεγα λόγια τρυφερά, λόγια αγάπης. Του έλεγα πως δε θέλω και αυτό να με αφήσει, του έλεγα πως λατρεύω τα παγάκια που μου φτιάχνει και μου αρέσει η ιδέα να καλύπτει άλλον ένα κενό χώρο στην κουζίνα. Προσπάθησα να του εξηγήσω πως είναι πολύ μεγάλο για τα μέτρα μου για να αρχίσω να το φέρνω βόλτες στους μαστόρους και πως με την ιδιαίτερη του ιδιοσυγκρασία έπρεπε να δει τα πράγματα πιο ψύχραιμα όπως συνήθως έκανε.
Η νύχτα περπατούσε πάνω στο λεπτοδείκτη του ρολογιού του φούρνου. Μια μπαλαρίνα σκέτη. Πρόσεξα την ψηφιακή της ένδειξη να αναβοσβήνει στο κατράν και είπα: "Μη με παρατάτε όλες σας τώρα. Αν έχετε αισθήματα θα πρέπει να τα συμπεριλάβετε στις αποφάσεις σας, αν πάλι όχι τότε πως γίνεται να με αφήνετε σιγά σιγά όλες μαζί; Αν πάλι πρόκειται για κάποιου είδους εξέγερση τότε θα πρέπει να γνωρίζετε πως εγώ ποτέ δε σας εκμεταλεύτηκα. Σας καθάριζα, σας τάιζα ρεύμα, σας άλλαζα τακτικά τις τσιμούχες, μπορεί να σας είχα αγοράσει σας σκλάβες στο παζάρι αλλά μετά σας φερόμουν σαν πριγκίπισσες λαχταριστές και ζουμερές".
Ξαφνικά το ρολόι πάνω στον φούρνο έκανε δύο κωλοτούμπες στους αριθμούς του και τίναξε τα ποδαράκια του στο ταβάνι, εξαφανίζοντας κάθε του ύπαρξη. Εγώ εξακολουθούσα να χαϊδεύω την πάνω πόρτα του ψυγείου μου έως ότου αισθάνθηκα μια υγρασία στις πατούσες μου που κατά πάσα πιθανότητα προέρχονταν από την κάτω του πόρτα. Είτε έτρεφε ιδιαίτερα αισθήματα για μένα, είτε απλά είχε και αυτό με τη σειρά του τινάξει τα πέταλα.
Απομακρύνθηκα διακριτικά, και σε αυτή μου τη διαδρομή προς το κρεβάτι, προσπάθησα να μη συναντηθώ με κάποια άλλη συσκευή που έχει δημιουργηθεί από ανθρώπου χέρι.
Ήμουν σίγουρος πως τελικά και οι μηχανές είχαν αισθήματα και λογική. Εκεί που εγώ νόμιζα πως απλά μπαίνοντας στην πρίζα εκείνες λειτουργούν, μια νέα πραγματικότητα ανοίγονταν μπροστά μου, τραβώντας τα κουρτινάκια της στο πλάι.
Αν ο άνθρωπος απογοητεύονταν από τη λειτουργία των δημιουργημάτων του, τότε γιατί όχι και ο θεός από τους ανθρώπους;
Μεγάλα ερωτήματα. Αναπάντητα σα τις περισσότερες κρίσιμες ερωτήσεις. Ειδικά αν αυτές ξεκινάνε από τα παγάκια που πλέον δεν μπορούν να γίνουν. Το συνηθισμένο πρόβλημα του να φτιάχνεις κάτι για ένα συγκεκριμένο λόγο και ξαφνικά εκείνο να αποκτά τη δική του υπόσταση.
Αν ο θεός με έφτιαξε για να παράγω παγάκια, να φτιάχνω καφέ ή να βράζω νερό τότε θα αρκούσε να μου το κάνει σαφές εξαρχης. Δεν θα τον παρεξηγούσα, όπως οι μηχανές εμένα.
Γλιστρώντας μέσα στα στρωσίδια μου, χάρηκα που το κρεβάτι μου δεν είχε κάτι το ηλεκτρονικό πάνω του.
Όταν με πήρε ξανά ο ύπνος μια τάβλα θα έσπαζε. Ίσως γιατί και τα κρεβάτια, ανθρώπου χέρι τα είχε φτιάξει. Εγώ όμως κοιμόμουν βαθιά για να μπορώ να το αντιληφθώ.
Και καθότι το ξυπνητήρι μου θα χαλούσε με τη σειρά του, δεν σκόπευα να ξυπνήσω σύντομα.
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget